Μετάφραση του "flittig" σε Ελληνικά

Οι δραστήριος, επιμελής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flittig" σε Ελληνικά.

flittig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δραστήριος

    adjective

    Rettskafne prestedømsbærere søker flittig og energisk etter åndelige gaver som kan hjelpe dem å tjene andre.

    Ενάρετοι φέροντες την ιεροσύνη επιζητούν επιμελώς και δραστήρια πνευματικά χαρίσματα, για να τους βοηθήσουν να υπηρετούν άλλους.

  • επιμελής

    adjective masculine

    I den forbindelse er flittig personlig studium en absolutt nødvendighet.

    Για να γίνει αυτό, είναι ουσιώδης η επιμελής προσωπική μελέτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flittig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flittig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη