Μετάφραση του "form" σε Ελληνικά

Το τύπος είναι η μετάφραση του "form" σε Ελληνικά.

form

Figuren til en ting, hvordan et legeme ser ut

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • τύπος

    noun masculine

    Det finnes én form for stråling som vi alle utsettes for.

    Υπάρχει ένας τύπος ακτινοβολίας στην οποία όλοι μας είμαστε εκτεθειμένοι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " form " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "form" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "form" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη