Μετάφραση του "forutsetning" σε Ελληνικά

Οι δεδομένο, προϋπόθεση, συμφωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forutsetning" σε Ελληνικά.

forutsetning
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δεδομένο

    noun neuter

    Clinton kan ikke klandre deg for endrede forutsetninger.

    Αλλά δε νομίζω ότι θα σε κατηγορήσει ο Κλίντον δεδομένου της κατάστασης.

  • προϋπόθεση

    noun feminine

    Kildahl at «bekymring er en forutsetning for å utvikle evnen til å tale i tunger».

    Κίλνταλ λέει ότι «το άγχος αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ικανότητας της γλωσσολαλιάς».

  • συμφωνία

    noun

    Vi må nok se over forutsetningene.

    Σχετικά με αυτήν τη συμφωνία νομίζω πως πρέπει να επανεξετάσουμε τους όρους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forutsetning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forutsetning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη