Μετάφραση του "fossil" σε Ελληνικά

Οι απολίθωμα, Απολίθωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fossil" σε Ελληνικά.

fossil
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • απολίθωμα

    noun neuter

    Vi finner ingen fossiler som bygger bro over kløftene.

    Κανένα απολίθωμα δεν μπορεί να βρεθεί για να γεφυρώσει τα κενά.

  • Απολίθωμα

    «Kinesere avdekker fossil av 500 000 år gammelt pekingmenneske»

    «Οι Κινέζοι Ανασκάπτουν το Απολίθωμα του 500.000χρονου Ανθρώπου του Πεκίνου»

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fossil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fossil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ορυκτά καύσιμα · ορυκτό καύσιμο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fossil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη