Μετάφραση του "gasell" σε Ελληνικά

Το γαζέλα είναι η μετάφραση του "gasell" σε Ελληνικά.

gasell
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • γαζέλα

    noun feminine

    Hun fór over sletten og tok innpå den rappfotete gasellen.

    Διέσχισε την πεδιάδα τρέχοντας ταχύτατα, κερδίζοντας έδαφος σε σχέση με τη γοργοπόδαρη γαζέλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gasell " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gasell" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη