Μετάφραση του "generasjon" σε Ελληνικά

Το γενιά είναι η μετάφραση του "generasjon" σε Ελληνικά.

generasjon
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • γενιά

    noun feminine

    Hver ny generasjon som ble født, vokste opp og fikk barn, og til slutt døde de.

    Κάθε διαδοχική γενιά που ερχόταν σε ύπαρξη μεγάλωνε, παρήγε απογόνους και κατόπιν πέθαινε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " generasjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "generasjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη