Μετάφραση του "gren" σε Ελληνικά

Οι κλαδί, κλαρί, κλάδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gren" σε Ελληνικά.

gren feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κλαδί

    noun neuter

    Han har opprettet klasser, menigheter og grener og befalt oss å møte sammen ofte.

    Έχει εδραιώσει τάξεις, τομείς και κλάδους και μας έχει προστάξει να συγκεντρωνόμαστε συχνά.

  • κλαρί

    noun neuter

    Gir ikke slipp på en gren før de har tak i den neste.

    Δεν αφήνουν ένα κλαρί αν δεν πιάσουν πρώτα ένα άλλο.

  • κλάδος

    noun masculine

    Han har opprettet klasser, menigheter og grener og befalt oss å møte sammen ofte.

    Έχει εδραιώσει τάξεις, τομείς και κλάδους και μας έχει προστάξει να συγκεντρωνόμαστε συχνά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διακλάδωση
    • πραγματοποιώ διακλάδωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "gren"

Φράσεις παρόμοιες με "gren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη