Μετάφραση του "gresse" σε Ελληνικά
Οι βόσκω, βοσκάω, βοσκώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gresse" σε Ελληνικά.
gresse
-
βόσκω
verbNevøen din satte din senile ræv på gress og stjal forretningen din.
Ειδικά αφού ο ανιψιός σου έστειλε τον γέρικο κώλο σου να βοσκήσει, και σου έκλεψε την επιχείρηση.
-
βοσκάω
verb -
βοσκώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gresse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gresse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
το ξένο είναι πιο γλυκό · του γείτονα είναι πάντα καλύτερο
-
βόσκω
-
Πόα · αγρωστώδη · αγρωστώδη φυτά · γρασίδι · χλόη · χορτάρι · χόρτα · χόρτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη