Μετάφραση του "grisk" σε Ελληνικά

Οι άπληστος, πλεονέκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grisk" σε Ελληνικά.

grisk
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άπληστος

    adjective masculine

    En som er gjerrig og grisk, er på den annen side aldri tilfreds med det han har.

    Εξ άλλου, αυτός που είναι φιλάργυρος και άπληστος, δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με όσα έχει.

  • πλεονέκτης

    Dette lærer oss hvor farlig det er å være grisk og ville framheve seg selv.

    Μπορούμε να ωφεληθούμε απ’ αυτό το παράδειγμα της καταστρεπτικής πορείας του να είμεθα πλεονέκται, ειδωλοποιούντες τον εαυτό μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grisk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grisk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη