Μετάφραση του "gutt" σε Ελληνικά

Οι αγόρι, παιδί, γιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gutt" σε Ελληνικά.

gutt masculine γραμματική

En ung person av hankjønn, vanligvis et barn eller en tenåring.

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun neuter

    ανήλικος άνδρας [..]

    Og de andre tre barna, de guttene, skal du la være i fred.

    Και εκείνα τα τρία παιδία, τα αγόρια, θα τα αφήσεις ήσυχα.

  • παιδί

    noun neuter

    Jeg hadde gitt hva som helst for å hjelpe dere gutter.

    Θα έδινα τα πάντα για να σας βοηθήσω παιδιά.

  • γιος

    noun masculine

    Han er den siste av gutta mine, Dude, og jeg er stolt av ham.

    Είναι ο μικρός μου γιος και σίγουρα με κάνει περήφανο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gutt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "gutt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gutt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη