Μετάφραση του "hebraisk" σε Ελληνικά

Οι εβραϊκά, εβραϊκός, εβραϊκές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hebraisk" σε Ελληνικά.

hebraisk γραμματική

Et semittisk språk som brukes hovedsakelig av jøder i Israel og andre steder i verden.

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • εβραϊκά

    proper neuter

    Et semittisk språk som brukes hovedsakelig av jøder i Israel og andre steder i verden.

    Paulus fikk lov til å tale, og han talte til folket på hebraisk.

    Αφού πήρε άδεια να μιλήσει, ο Παύλος απευθύνθηκε στο λαό, στα εβραϊκά.

  • εβραϊκός

    Det hebraiske ordet ʼadhạm kan også oversettes med «mann», «menneske», «jordisk menneske» og «menneskehet».

    Ο εβραϊκός όρος ’αδάμ αποδίδεται επίσης κατάλληλα ως «άνθρωπος», «χωματένιος άνθρωπος» και «ανθρωπότητα».

  • εβραϊκές

    Det er flere hebraiske ord som overbringer tanken om bekymring, engstelse eller uro.

    Αρκετές εβραϊκές λέξεις μεταδίδουν την ιδέα της ανησυχίας ή της στενοχώριας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εβραϊκή
    • εβραϊκή γλώσσα
    • εβραϊκοί
    • εβραϊκό
    • Εβραίος
    • Εβραϊκά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hebraisk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hebraisk
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Εβραϊκά

    På Peters tid talte det jødiske folk både hebraisk og gresk.

    Στην εποχή του Πέτρου, ο Ιουδαϊκός λαός ωμιλούσε και Εβραϊκά και Ελληνικά.

Φράσεις παρόμοιες με "hebraisk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hebraisk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη