Μετάφραση του "hell" σε Ελληνικά

Οι ευημερία, ευπραγία, προκοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hell" σε Ελληνικά.

hell noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ευημερία

    noun feminine

    Folk var så fordervet i moralsk henseende at de var helt ufølsomme overfor andres lidelser.

    Ήσαν τόσο διεφθαρμένοι ηθικώς ώστε ήσαν αναίσθητοι στην ευημερία ή τα παθήματα των άλλων.

  • ευπραγία

    noun feminine
  • προκοπή

    noun feminine

    Faren din var ingenting tess og det er ikke du heller.

    Ο πατέρας σου δεν έκανε προκοπή σε κανέναν, τα ίδια είσαι κι εσύ.

  • τύχη

    noun feminine

    Ikke at den har gitt meg noe hell.

    Όχι ότι μου έφερε τύχη, εκτός από το ότι σε γνώρισα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hell " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hell" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ξεχύνομαι · παρέχω αφειδώς · ρέω · χύνω
  • Αὐτὰ μοῦ φαίνονται κινέζικα
  • ήρωας · απόλυτα · εντελώς · ηρωίδα · πλήρως
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hell" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη