Μετάφραση του "hemme" σε Ελληνικά

Οι παρεμποδίζω, απαγορεύω, εμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hemme" σε Ελληνικά.

hemme
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • παρεμποδίζω

    verb

    En trangsynt innstilling hemmer utviklingen av vår evne til å resonnere.

    Η άκαμπτη νοοτροπία παρεμποδίζει την ανάπτυξη της δύναμης της λογικής μας.

  • απαγορεύω

    verb
  • εμποδίζω

    verb

    Det trenger heller ikke å hemme din følelsesmessige eller åndelige vekst.

    Ούτε χρειάζεται να εμποδίσει αυτό τη συναισθηματική και την πνευματική σου ανάπτυξη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hemme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hemme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη