Μετάφραση του "hengsel" σε Ελληνικά

Το μεντεσές είναι η μετάφραση του "hengsel" σε Ελληνικά.

hengsel
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μεντεσές

    noun masculine

    De har funnet ut at kneet ikke bare bøyer seg rundt en enkelt akse, slik et hengsel gjør.

    Διαπίστωσαν ότι το γόνατό μας δεν περιστρέφεται απλώς σε έναν άξονα όπως ο μεντεσές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hengsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hengsel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hengsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη