Μετάφραση του "hikk" σε Ελληνικά

Το λόξυγκας είναι η μετάφραση του "hikk" σε Ελληνικά.

hikk
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • λόξυγκας

    noun masculine

    Hikke: En plutselig, ufrivillig innånding som forårsakes av krampaktige sammentrekninger av mellomgulvet.

    Λόξυγκας: Ξαφνική, ακούσια αναρρόφηση αέρα, η οποία προξενείται από μια σπασμωδική σύσπαση του διαφράγματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hikk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hikk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Λόξυγκας · λόξιγκας · λόξυγκας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hikk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη