Μετάφραση του "hjerte" σε Ελληνικά

Οι καρδιά, έλεος, θέρμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hjerte" σε Ελληνικά.

hjerte γραμματική

En muskel som pumper blod gjennom kroppen.

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • καρδιά

    noun feminine

    organ [..]

    Etter hvert som stormen nærmet seg, begynte Elihus hjerte å hoppe og skjelve.

    Ενώ αυτή πλησίαζε, η καρδιά του Ελιού άρχισε να σκιρτάει και να τρέμει.

  • έλεος

    noun neuter

    Philip la seg også på hjertet de bibelske beretningene som viser hvor barmhjertig Jehova er mot angrende overtredere.

    Ο Φίλιπ έλαβε επίσης σοβαρά υπόψη του Γραφικές αφηγήσεις σχετικά με το έλεος του Ιεχωβά προς τους μεταμελημένους αμαρτωλούς.

  • θέρμη

    noun feminine

    I dypt alvor framfører han en bønn om det som ligger ham på hjertet, og som så ofte ellers dreier det seg om personlige problemer.

    Ο Πάτελ με θέρμη παρακαλεί για τα ζητήματα που έχει υπ’ όψιν, τα οποία, ως συνήθως, περιλαμβάνουν προσωπικά προβλήματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κούπα
    • σπλαγχνικότητα
    • συναισθηματικότητα
    • αγάπη
    • καρδιακός
    • συμπόνοια
    • ψυχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hjerte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "hjerte"

Φράσεις παρόμοιες με "hjerte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hjerte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη