Μετάφραση του "hodepine" σε Ελληνικά

Οι πονοκέφαλος, Πονοκέφαλος, κεφαλαλγία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hodepine" σε Ελληνικά.

hodepine

En vanlig og ofte plutselig smerte i hodet eller der omkring.

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πονοκέφαλος

    noun masculine

    En vanlig og ofte plutselig smerte i hodet eller der omkring.

    Jeg får hodepiner, svimmelhet, og det svartner når jeg må konsentrere meg eller når ting blir intense.

    Με πιάνει πονοκέφαλος, σκοτοδίνη και ζαλίζομαι όταν πρέπει να συγκεντρωθώ πολύ ή όταν υπάρχει πολύ στρες και ένταση.

  • Πονοκέφαλος

    ubehag i hode eller nakke

    De som iakttok henne, sa ofte: «Jeg får hodepine bare av å se på henne.»

    Όσοι την έβλεπαν έλεγαν, «Πονοκέφαλος σε πιάνει όταν την παρατηρείς.»

  • κεφαλαλγία

    noun feminine

    Mindre vanlig er lav feber, frysninger og hodepine.

    Λιγότερο συχνά συμπτώματα είναι χαμηλός πυρετός, ρίγη και κεφαλαλγία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hodepine " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hodepine" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη