Μετάφραση του "hor" σε Ελληνικά

Το μοιχεία είναι η μετάφραση του "hor" σε Ελληνικά.

hor
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μοιχεία

    noun feminine

    Dette skal være et sted for lystighet, fryd og hor!

    Κι εδώ θα γίνει τόπος κεφιού, χαράς και μοιχείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ιερόδουλη · πουτάνα · πόρνη · τσουλί · τσούλα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη