Μετάφραση του "hul" σε Ελληνικά

Οι κοίλος, κούφιος, υπόκωφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hul" σε Ελληνικά.

hul
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κοίλος

    επίθετο masculine

    Det er en stor, hul muskel som er delt i to deler.

    Είναι ένας μεγάλος κοίλος μυς, που είναι χωρισμένος σε δύο τμήματα.

  • κούφιος

    adjective masculine

    Et hult rør ble ført inn i en blodåre ved albuen og videre opp gjennom armen og ned til hjertet.

    Ένας κούφιος σωλήν εισήχθη σε μια φλέβα στον αγκώνα μου και άρχισαν να τον κινούν πάνω και κάτω στην περιοχή της καρδιάς.

  • υπόκωφος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hul " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hul" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hul" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη