Μετάφραση του "husarbeid" σε Ελληνικά

Το οικιακά είναι η μετάφραση του "husarbeid" σε Ελληνικά.

husarbeid
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • οικιακά

    noun adjective n-p

    Jeg har aldri kunnet forstå hvorfor det er så vanskelig for enkelte menn å hjelpe til med husarbeidet.

    Ποτέ δεν θα μπορούσα να καταλάβω γιατί είναι τόσο δύσκολο για μερικούς άντρες να βοηθήσουν στα οικιακά καθήκοντα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " husarbeid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "husarbeid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη