Μετάφραση του "husmor" σε Ελληνικά

Οι νοικοκυρά, γυναίκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "husmor" σε Ελληνικά.

husmor
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • νοικοκυρά

    noun feminine

    Det har en standard for renhet som enhver husmor eller kirurg ville misunne.

    Τους κανόνες καθαριότητας του θα τους ζήλευε κάθε νοικοκυρά ή χειρουργείο νοσοκομείου.

  • γυναίκα

    noun

    En husmor ønsker kanskje å ha litt tid for seg selv uten at mannen hennes er der.

    Μια παντρεμένη γυναίκα μπορεί να θέλει να μένει λίγο μόνη χωρίς το σύζυγό της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " husmor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "husmor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη