Μετάφραση του "hygiene" σε Ελληνικά

Οι υγιεινή, καθαριότητα, υγειινή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hygiene" σε Ελληνικά.

hygiene
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • υγιεινή

    noun feminine

    Det kan også tenkes at den man bor sammen med, har sine egne ideer om personlig hygiene.

    Οι συγκάτοικοι μπορεί επίσης να έχουν τις δικές τους απόψεις για την προσωπική υγιεινή.

  • καθαριότητα

    noun

    God helse er i virkeligheten for en stor del avhengig av personlig hygiene.

    Στην πραγματικότητα, η καλή υγεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπική καθαριότητα.

  • υγειινή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hygiene " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hygiene" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη