Μετάφραση του "identitet" σε Ελληνικά
Οι ταυτότητα, οντότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "identitet" σε Ελληνικά.
identitet
-
ταυτότητα
noun feminineFor ikke å si en sterk trang til å få en ny identitet.
Για να μην αναφέρω τη βαθιά επιθυμία για μια νέα ταυτότητα.
-
οντότητα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " identitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "identitet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολλαπλές ταυτότητες
-
ταυτότητα βασισμένη σε δηλώσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη