Μετάφραση του "idiom" σε Ελληνικά

Οι ιδίωμα, ιδιωματισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idiom" σε Ελληνικά.

idiom
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ιδίωμα

    noun neuter
  • ιδιωματισμός

    noun

    Διαπολιτισμική μεταβλητή

    Ordene «all jordens vei» er et idiom for døden.

    Η φράση “ο δρόμος όλης της γης” είναι ιδιωματισμός που αναφέρεται στο θάνατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idiom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idiom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη