Μετάφραση του "igjen" σε Ελληνικά

Οι ξανά, πάλι, έμεινα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "igjen" σε Ελληνικά.

igjen adverb

Tilbake, nok en gang, på ny

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ξανά

    adverb

    Det dukker ikke opp friske grønne planter igjen før etter det første høstregnet.

    Μόνο μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές εμφανίζονται ξανά νέα πράσινα φυτά.

  • πάλι

    noun

    Like før jeg ble kjørt ut av rommet, kom legen forbi igjen.

    Πριν με βγάλουν με το φορείο από την αίθουσα, ο γιατρός ήλθε πάλι.

  • έμεινα

    verb

    Hun tok med broren min og jeg ble igjen her med søsteren min.

    Έφυγε με τον αδελφό μου κι έμεινα με τη μικρή μου αδελφή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " igjen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "igjen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη