Μετάφραση του "inflasjon" σε Ελληνικά
Οι πληθωρισμός, πληθωρισμός plithorismos, Πληθωρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflasjon" σε Ελληνικά.
inflasjon
-
πληθωρισμός
noun masculineDet var knapphet på matvarer, og inflasjonen var ødeleggende.
Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά, και ο πληθωρισμός ήταν εξοντωτικός.
-
πληθωρισμός plithorismos
-
Πληθωρισμός
Det var knapphet på matvarer, og inflasjonen var ødeleggende.
Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά, και ο πληθωρισμός ήταν εξοντωτικός.
-
διόγκωση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inflasjon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inflasjon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοσμικός πληθωρισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη