Μετάφραση του "interaksjon" σε Ελληνικά

Οι αλληλεπίδραση, διάδραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interaksjon" σε Ελληνικά.

interaksjon
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αλληλεπίδραση

    noun feminine

    De er der fordi det er en meget nær interaksjon.

    Βρίσκονται εκεί επειδή υπάρχει αυτή η πολύ στενή αλληλεπίδραση.

  • διάδραση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interaksjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interaksjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη