Μετάφραση του "investering" σε Ελληνικά

Οι επένδυση, Επένδυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "investering" σε Ελληνικά.

investering
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επένδυση

    noun feminine

    Andre land har tatt vare på sine lagre som en investering med tanke på framtiden.

    Άλλες χώρες έχουν φυλάξει τα αποθέματά τους ως μελλοντική επένδυση.

  • Επένδυση

    Andre land har tatt vare på sine lagre som en investering med tanke på framtiden.

    Άλλες χώρες έχουν φυλάξει τα αποθέματά τους ως μελλοντική επένδυση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " investering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "investering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "investering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη