Μετάφραση του "jurist" σε Ελληνικά

Οι νομικός, δικηγόρος, νομομαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jurist" σε Ελληνικά.

jurist
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • νομικός

    noun

    επαγγελματίας, μελετητής κλπ που εξασκεί το νόμο ως δικηγόρος, δικαστής κλπ

    Calvins farfar fikk meg til å bli jurist.

    Ο παππούς του Κάλβιν πλήρωσε για να σπουδάσω νομικά.

  • δικηγόρος

    noun masculine

    Ikke desto mindre hadde denne unge juristen tidligere vært ateist.

    Εντούτοις, αυτός ο νεαρός δικηγόρος ήταν κάποτε αθεϊστής.

  • νομομαθής

    «Vær ikke konsekvent, vær bare sannferdig,» sa engang en kjent, amerikansk jurist.

    «Μην είσθε ‘συνεπείς’ αλλά να είσθε απλώς αληθείς», είπε κάποτε ένας διάσημος Αμερικανός νομομαθής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jurist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jurist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη