Μετάφραση του "kanal" σε Ελληνικά

Οι κανάλι, διώρυγα, πορθμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kanal" σε Ελληνικά.

kanal
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κανάλι

    noun neuter

    Ser dere en bonde med gevær på nyhetene, så skifter dere kanal.

    Βλέπετε χωριάτη με όπλο στις ειδήσεις κι αλλάζετε κανάλι.

  • διώρυγα

    noun feminine

    Vannveiene er blitt modernisert, og det blir også planlagt nye kanaler.

    Οι υδάτινοι δρόμοι έχουν εκσυγχρονισθή και γίνονται σχέδια για νέες διώρυγες.

  • πορθμός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Διώρυγα
    • αγωγός
    • δίαυλος
    • τηλεοπτικό κανάλι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kanal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kanal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kanal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη