Μετάφραση του "kapital" σε Ελληνικά
Οι κεφάλαιο, πρωτεύουσα, Κεφάλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kapital" σε Ελληνικά.
kapital
-
κεφάλαιο
noun neuterJeg har kanskje god inntekt, men jeg kan ikke røre kapitalen.
Το εισόδημά μου είναι μεγάλο, αλλά δεν μπορώ να πειράξω το κεφάλαιο.
-
πρωτεύουσα
noun feminine -
Κεφάλαιο
Jeg har ingen kapital foreløpig, men jeg får det.
Κεφάλαιο δεν έχω ακόμα, αλλά θα βρω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kapital " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kapital" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ανθρώπινο κεφάλαιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη