Μετάφραση του "kar" σε Ελληνικά

Οι άνδρας, αγόρι, κάδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kar" σε Ελληνικά.

kar γραμματική

menneske av hankjønn [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άνδρας

    noun masculine

    Denne karen her seilte på Sydhavet og kom levende fra det.

    Αυτός εδώ ο άνδρας που ταξίδεψε με το χρυσό βέλος και επέζησε, θα μας τα πει.

  • αγόρι

    noun neuter

    Mens vi er vekk, så ta et par karer og prøv å få gjerdet opp igjen.

    Καθώς φεύγουμε, πάρε δυο αγόρια να επισκευάσετε τον φράχτη.

  • κάδος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγγείο
    • αγωγός
    • μπανιέρα
    • σκάφη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αικατερίνη · Κατερίνα
  • Γουόνγκ Καρ Γουάι
  • αυτοκίνητο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη