Μετάφραση του "karamell" σε Ελληνικά

Οι καραμέλλα, ζαχαρωτό, καραμέλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "karamell" σε Ελληνικά.

karamell
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • καραμέλλα

    noun feminine
  • ζαχαρωτό

    noun neuter
  • καραμέλα

    noun

    Hadde det ikke vært bedre for alle om vi fylte denne pasienten med karamell?

    Θα ήμασταν όλοι καλύτερα, αν γεμίζαμε τον ασθενή με κρεμώδη καραμέλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " karamell " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "karamell" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη