Μετάφραση του "kasserolle" σε Ελληνικά

Οι κατσαρόλα, κατσαρόλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kasserolle" σε Ελληνικά.

kasserolle
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κατσαρόλα

    noun feminine

    Alt som ble igjen på komfyren var en kasserolle.

    Μη αφήνοντας τίποτε άλλο από μία αθώα κατσαρόλα στην κουζίνα.

  • κατσαρόλι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kasserolle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kasserolle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη