Μετάφραση του "klem" σε Ελληνικά

Το αγκάλιασμα είναι η μετάφραση του "klem" σε Ελληνικά.

klem noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγκάλιασμα

    noun neuter

    En medfølende klem uten ord er bedre enn å holde seg borte.

    Ένα απλό συμπονετικό αγκάλιασμα είναι καλύτερο από το να μην πάτε καθόλου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " klem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "klem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγκαλιάζω · αρπάζω · ζουλάω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "klem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη