Μετάφραση του "klesskap" σε Ελληνικά

Οι ενδυματοθήκη, ιματιοθήκη, ντουλάπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "klesskap" σε Ελληνικά.

klesskap
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ενδυματοθήκη

    noun feminine
  • ιματιοθήκη

    noun feminine
  • ντουλάπα

    noun feminine

    Røyk gjerne på rommet mitt, men ikke i klesskapet.

    Δεν με ενοχλεί να καπνίζεις στο δωμάτιό μου, αλλά όχι στη ντουλάπα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " klesskap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "klesskap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη