Μετάφραση του "klok" σε Ελληνικά

Οι έξυπνος, γνωστικός, σοφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "klok" σε Ελληνικά.

klok

forstandig, klartenkt [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • έξυπνος

    adjective

    Da var du klok som ikke ble med.

    Αν αληθεύει, ήσουν έξυπνος που δεν τον ακολούθησες, ταξιδιώτη.

  • γνωστικός

    «Klok er den som sparer på ord,» sier Bibelen.

    ‘Αυτός που συγκρατεί τα λόγια του είναι γνωστικός’, λέει η Αγία Γραφή.

  • σοφός

    adjective masculine

    Denne opplevelsen er et eksempel på at det kan være vanskelig å treffe kloke avgjørelser.

    Αυτή η εμπειρία δείχνει ότι η λήψη σοφών αποφάσεων είναι δύσκολη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " klok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "klok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη