Μετάφραση του "klor" σε Ελληνικά

Οι χλώριο, Χλωριο, χλωριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "klor" σε Ελληνικά.

klor
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • χλώριο

    noun neuter

    χημικό στοιχείο με σύμβολο Cl και ατομικό αριθμό 17

    Ved desinfeksjon, vanligvis ved tilsetning av klor, blir de fleste levende organismer til slutt drept.

    Τελικά η απολύμανσις που γίνεται συνήθως με χλώριο, φονεύει τους περισσοτέρους ζώντες οργανισμούς που απομένουν.

  • Χλωριο

  • χλωριο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " klor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "klor"

Φράσεις παρόμοιες με "klor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "klor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη