Μετάφραση του "koherent" σε Ελληνικά

Οι συναφής, συνδεδεμένος, συνεκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koherent" σε Ελληνικά.

koherent
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • συναφής

    adjective masculine
  • συνδεδεμένος

    masculine
  • συνεκτικός

    adjective masculine
  • σύμφωνος

    Adjective masculine

    Men fordi lys har så høy frekvens, er det teoretisk sett langt bedre når det er koherent.

    Αλλά επειδή η συχνότητά του είναι πολύ υψηλή, το φως, όταν είναι «σύμφωνο,» είναι θεωρητικά πολύ ανώτερο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koherent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koherent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη