Μετάφραση του "kolonisering" σε Ελληνικά

Το αποικισμός είναι η μετάφραση του "kolonisering" σε Ελληνικά.

kolonisering
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αποικισμός

    noun masculine

    Deres imponerende kolonisering har virkelig vist seg å være en av verdens fredeligste noensinne.

    Ο επικός αποικισμός τους υπήρξε ένας από τους ευγενέστερους που έλαβαν χώρα ποτέ στον κόσμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kolonisering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kolonisering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη