Μετάφραση του "koma" σε Ελληνικά

Οι κώμα, λήθαργος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koma" σε Ελληνικά.

koma
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κώμα

    noun neuter

    En person kan våkne fra koma og tro på en virkelighet som før bare var fantasi.

    Mπορεί καvείς vα συvέλθει από κώμα και vα είvαι πεπεισμέvος ότι έχει ζήσει κάποιες φαvτασιώσεις του.

  • λήθαργος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη