Μετάφραση του "konfekt" σε Ελληνικά

Οι σοκολάτα, σοκολατάκι, γλυκό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konfekt" σε Ελληνικά.

konfekt
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • σοκολάτα

    noun feminine
  • σοκολατάκι

    noun neuter

    Vil du ha litt konfekt?

    Ίσως θα ήθελες ένα σοκολατάκι.

  • γλυκό

    noun adjective

    φαγητά που είναι πλούσια σε ζάχαρη και αναφέρονται συχνά ως γλυκά

    Ved én anledning kunne han gi meg blomster eller konfekt.

    Μερικές φορές μου έφερνε λουλούδια ή κάποιο γλυκό.

  • ζαχαροπλαστείο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konfekt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konfekt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη