Μετάφραση του "konformitet" σε Ελληνικά
Οι ευπείθεια, συμμορφία, συμμόρφωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konformitet" σε Ελληνικά.
konformitet
-
ευπείθεια
noun feminine -
συμμορφία
feminine -
συμμόρφωση
noun feminineHer blir det også lagt vekt på konformitet og gruppeverdier.
Εδώ και πάλι, η έμφαση βρίσκεται πάνω στη συμμόρφωση και στις αξίες του συνόλου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " konformitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη