Μετάφραση του "konsentrasjon" σε Ελληνικά
Οι συγκέντρωση, απορρόφηση, αυτοσυγκέντρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konsentrasjon" σε Ελληνικά.
konsentrasjon
-
συγκέντρωση
noun feminineDet øker konsentrasjonen av slike nevrotransmittere som dopamin i hjernen.
Αυτό αυξάνει τη συγκέντρωση νευροδιαβιβαστών όπως η ντοπαμίνη στον εγκέφαλο.
-
απορρόφηση
noun feminine -
αυτοσυγκέντρωση
feminineHan har et målbevisst uttrykk i ansiktet og rynker pannen i dyp konsentrasjon.
Το πρόσωπό του είναι σφιγμένο, το μέτωπό του συνοφρυωμένο από την αυτοσυγκέντρωση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων
- εμπλουτισμός
- μυαλό
- συμπύκνωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " konsentrasjon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "konsentrasjon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων
-
μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση
-
συγκέντρωση με οικονομικό χαρακτήρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη