Μετάφραση του "konsesjon" σε Ελληνικά
Οι άδεια, έγκριση, δικαίωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konsesjon" σε Ελληνικά.
konsesjon
Lov til å gjøre en handling-
-
άδεια
noun adjectivetillatelse til å bruke noe
Presidentens kontor gav konsesjon til at alt byggemateriale som ble importert, skulle fritas for toll.
Το Υπουργείο Προεδρίας έδωσε την άδεια να εισαχθούν ατελώς όλα τα οικοδομικά υλικά από το εξωτερικό.
-
έγκριση
noun feminineLov til å gjøre en handling-
-
δικαίωμα
nounBeach fikk konsesjon på å lage to tunneler i nærheten av hverandre under Broadway.
Στον Μπιτς εκχωρήθηκε το νόμιμο δικαίωμα να κατασκευάσει δύο γειτονικές σήραγγες, οι οποίες ήταν πολύ μικρές για να μεταφέρουν επιβάτες, κάτω από την οδό Μπρόντγουεϊ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκχώρηση
- παραχώρηση
- συγκατάθεση
- σύμφωνη γνώμη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " konsesjon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη