Μετάφραση του "konstant" σε Ελληνικά

Οι πάντα, πάντοτε, αδιάκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konstant" σε Ελληνικά.

konstant
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πάντα

    adverb

    Mamma gråt konstant fordi han var hennes sønn.

    Η μαμά πάντα έκλαιγε γιατί ήταν ο γιός της.

  • πάντοτε

    adverb

    Det er konstant kø.

    Πάντοτε υπάρχουν ουρές με ανθρώπους που περιμένουν.

  • αδιάκοπος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κανονικός
    • σταθερά
    • συνεχής
    • τακτός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konstant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "konstant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konstant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη