Μετάφραση του "konvolutt" σε Ελληνικά

Οι φάκελος, κάλυμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konvolutt" σε Ελληνικά.

konvolutt masculine γραμματική

sammenbrettet papir for å brev eller papir i

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • φάκελος

    noun masculine

    sammenbrettet papir for å brev eller papir i

    Japanerne gir på den annen side slike pengegaver i hvite konvolutter med spesielle lykkebringende symboler på.

    Οι Γιαπωνέζοι, από την άλλη μεριά, χρησιμοποιούν μικρούς άσπρους φακέλους που έχουν πάνω τους σύμβολα καλής τύχης.

  • κάλυμμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konvolutt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "konvolutt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konvolutt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη