Μετάφραση του "kraft" σε Ελληνικά

Οι δύναμη, ισχύς, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kraft" σε Ελληνικά.

kraft

Påvirkning på et legeme som kan deformere det eller endre dets hastighet eller retning

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δύναμη

    noun feminine

    Han tror at han tok sin egen kraft ut av deg.

    Νομίζει ότι πήρε την δική του δύναμη από μέσα σου.

  • ισχύς

    noun feminine

    Gi meg full kraft på de to andre.

    Πλήρης ισχύς στους άλλους δύο.

  • ενέργεια

    noun feminine

    Også andre land produserer elektrisk kraft ved hjelp av atomenergi.

    Άλλες χώρες, επίσης χρησιμοποιούν την πυρηνική ενέργεια προς παραγωγήν ηλεκτρισμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κράτος
    • Δύναμη
    • αλκή
    • ρωμαλεότητα
    • ρώμη
    • σθένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kraft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kraft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kraft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη