Μετάφραση του "krav" σε Ελληνικά

Οι αναγκαιότητα, συμφωνία, υποχρέωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krav" σε Ελληνικά.

krav
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αναγκαιότητα

    noun feminine
  • συμφωνία

    noun
  • υποχρέωση

    noun feminine

    Ettersom Moseloven nå blir oppfylt, bortfaller kravet om å holde den.

    Αφού λοιπόν ο Μωσαϊκός Νόμος εκπληρώνεται τώρα, πρέπει να καταργηθεί και η υποχρέωση για την τήρησή του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krav " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krav" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη