Μετάφραση του "krem" σε Ελληνικά

Οι κρέμα, αλοιφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krem" σε Ελληνικά.

krem

Samlebetegnelse for tykke væsker [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κρέμα

    noun

    Jeg kan også hente sjokoladesirup og pisket krem.

    Θα πιάσω επίσης λίγο σιρόπι σοκολάτα και κρέμα σαντιγί.

  • αλοιφή

    noun feminine

    Kompisen min Harry har noe krem som fjerner kviser som ingenting.

    Ο φίλος μου ο Χάρι έχει μια αλοιφή που διώχνει αμέσως τα σπυράκια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη